Καλωσορίσατε στην Kritiki GR! Ακόμα δεν έχετε αποφασίσει τι να δείτε στον κινηματογράφο ή το σαββατοκύριακο στην τηλεόραση; Εδώ θα βρείτε τα πάντα για τις ταινίες που ψάχνετε.






Ο Βασίλης Ραφαηλίδης για τον Δράκουλα του Φράνσις Φορντ Κόπολα

ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ

Φράνσις Φορντ Κόπολα

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΑΠ' ΤΟ ΘΕΟ

Ένας ειδικός μελετητής του φανταστικού κινηματογράφου, ο Ζαν Πιερ Μπουιξού, μέτρησε το 1978 τους κινηματογραφικούς δράκουλες και βρικόλακες, που είναι μυθικά παρακλάδια στο γενεαλογικό δέντρο του, και τους βρήκε έξι χιλιάδες! Ο διασημότερος και πλέον φιλοσοφημένος, αλλά και ο τελειότερος από αισθητικής απόψεως κινηματογραφικός Δράκουλας κυκλοφορεί στη μεγάλη κλασική ταινία του Φρίντριχ Βίλχελμ Μουρνάου ''Νοσφεράτου, ο βρικόλακας'' (1922), μια διασκευή του μυθιστορήματος του Μπραμ Στόουκερ, ενός μετριότατου άγγλου συγγραφέα του τέλους του περασμένου αιώνα, που όταν του ''έφαγε'' τη σύζυγο ο τρομερός Όσκαρ Ουάιλντ (πριν βρικολακιάσει και γίνει ομοφυλόφιλος για να γράψει απ' τη φυλακή το περίφημο De profundis) κάθισε και σκάρωσε ένα τρομερό παραμύθι, που ωστόσο δεν είναι και τόσο παραμυθένιο, αφενός γιατί ο Ρουμάνος Βλαντ, ο επιλεγόμενος κόμης Δράκουλας, είναι ιστορικό πρόσωπο, και αφετέρου διότι οι άνθρωπου που μας ρουφούν το αίμα όχι μόνο για να ζήσουν, αλλά για να περάσουν στην ιστορία (στην αιωνιότητα) δεν είναι ένα απλό σχήμα λόγου.

Ο μύθος του δράκουλα είναι κατά πολύ μεταγενέστερος των πανάρχαιων μύθων με βρικόλακες και βαμπίρ. Αυτά τα δυο μυθικά είδη δεν είναι ακριβώς όμοια. Βρικόλακας είναι ο νεκρός, του οποίου το σώμα παραμένει αδιάλυτο λόγω του μη οριστικού αποχωρισμού της ψυχής απ' αυτό και συνεχίζει μέσα στον τάφο του μια ιδιόρρυθμη ζωή, η οποία του επιτρέπει να βγαίνει από κει κατά βούληση, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες, και να περιφέρεται παρενοχλώντας ή κακοποιώντας τόσο τους ανθρώπους, όσο και τα ζώα. Αν βοηθήσουμε το βρικόλακα να αποβάλει τα απομεινάρια της ψυχής του σκοτώνοντάς τον για τα καλά, τότε ησυχάζει κι αυτός κι εμείς, και η διασαλευθείσα θεϊκή τάξη, που θέλει την ψυχή σαφώς διάφορον του σώματος, αποκαθίσταται. Διότι το βρικολάκιασμα δεν είναι παρά μια προσπάθεια άρνησης του θανάτου, πράγμα που αντιβαίνει στο θεϊκό σχέδιο που επιτάσσει τον προσωπικό θάνατο προς όφελος του φαινομένου της ζωής. Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, στον παράδεισο ή στην κόλαση, και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Οι βρικόλακες είναι, ας πούμε οι ερμαφρόδιτοι της ψυχής. Ούτε για τα καλά πεθαμένοι, ούτε εντελώς ζωντανοί.

Η αγνώστου ετυμολογίας διεθνής λέξη βαμπίρ δηλώνει ένα περίεργο ον που προέρχεται είτε από μετενσάρκωση πεθαμένων ανθρώπων, είτε από αναβίωση κάποιων βιαστικών νεκρών που ανασταίνονται πριν την ώρα τους (πριν απ' τη Δευτέρα Παρουσία), είτε από αγνώστου καταγωγής και προελεύσεως δυνάμεις της φύσης. Οι βαμπίρ, ως όντα ντελικάτα, τρέφονται αποκλειστικά με αίμα, όπως ακριβώς οι νυχτερίδες, που το επιστημονικό τους όνομα είναι vampirus

Mε συγκοπή της λέξης βαμπίρ παράγεται η λέξη βαμπ, όπως λέμε αλλιώς τη μοιραία γυναίκα (τύπου Μάρλεν Ντίτριχ) που τρέφεται αποκλειστικά με αίμα...ανδρών! Μια μοιραία γυναίκα μπορεί να σου ''πιει το αίμα'' καταπίνοντας το χρηματοκιβώτιο σου όταν έχεις, ή το πορτοφόλι σου, όταν έχεις μόνο πορτοφόλι. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιον άθλο αν δεν έκρυβε κάτω απ΄τα σκέλια της εκείνο το μαγικό πραγματάκι που σε έλκει ακατανίκητα και σε κάνει να πνίγεσαι μέσα του. Από δω και η ταύτιση της γυναίκας στη χριστιανική μυθολογία με το σατανά, καθώς και η πρόνοια για την απόσταση που πρέπει να παίρνεις απ' αυτή προκειμένου να αγιάσεις, αν είσαι ιδιαίτερα φοβισμένος ή μισογύνης, ή αν έχεις πάθει τόσο πολλά απ΄τις γυναίκες, που μόνο μία παραδέχεσαι πλέον, την Παναγία (όπως στο Άγιον Όρος). 

Ο δράκουλας είναι διασταύρωση βρικόλακα με βαμπίρ. Είναι μισοζωντανός-μισοπεθαμένος, όπως ο βρικόλακας, και τρέφεται μόνο με αίμα, όπως ο βαμπίρ. 

Όμως βρικόλακας, αλλά όχι βαμπίρ, είναι και ο ίδιος ο κινηματογράφος. Αυτοί που κάνουν μύρια όσα θαυμαστά ή απεχθή επί της οθόνης είναι άνθρωποι ζωντανοί, που δεν έχουν ίχνος ζωής-και πεθαμένοι ολοζώντανοι. Τι νιώθετε όταν βλέπετε μια ταινία που ξέρετε πως οι πρωταγωνιστές της, ασφαλώς και κάποιοι απ'τους κομπάρσους, είναι ήδη πεθαμένοι; Εγώ προσωπικά έχω την αίσθηση πως παρακολουθώ μια ταινία με βρικόλακες. Κι ας μην ξεχνάμε τη σοφή κουβέντα του Ρολάν Μπαρτ : η αθανασία του κινηματογραφικού ειδώλου, είναι η μόνη γνωστή μορφή αθανασίας. Τώρα ξέρετε γιατί οι ηθοποιοί του φθαρτού θεάτρου σκοτώνονται να παίξουν στον κινηματογράφο. Ξέρετε επίσης γιατί ο ευφυής Κόπολα παρεμβάλλει στη δική του δρακουλιάρικη παραλλαγή την πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου : την Άφιξη του τρένου στο σταθμό της Σιότα των αδερφών Λυμιέρ. Δεν υπήρχε καλύτερη ταινία για δράκουλες στο τέλος του 19ου αιώνα. (Η παραπάνω ταινία έκανε πρεμιέρα την 28η Δεκεμβρίου 1895 και η ημερομηνία αυτή σημαδεύει την αρχή της ιστορίας του κινηματογράφου-δηλαδή της δυνατότητας για βρυκολάκιασμα με τη βοήθεια της κινηματογραφικής τεχνικής.)

Αν δεχτούμε, μαζί με τον Καρλ Γιουνγκ, πως οι πανάρχαιοι και παγκόσμιοι μύθοι, σαν αυτούς με βρικόλακες και βαμπίρ, δεν είναι παρά μια απωθημένη στο ομαδικό ασυνείδητο επιθυμία, τότε όλοι οι μύθοι με βρικόλακες και με βαμπίρ σπρώχνουν στην εφεύρεση του κινηματογράφου. Της μόνης τέχνης που κάνει δυνατό το θαύμα. Η ταινία του Κόπολα, λοιπόν, πριν απ'το κάθε τι, είναι ένας φόρος τιμής στη φάμπρικα κατασκευής θαυμάτων, που είναι ο κινηματογράφος. 

Καταλαβαίνετε τώρα γιατί ο κινηματογράφος αγαπάει τόσο πολύ τους βρικόλακες και τους βαμπίρ; Είναι σαρξ εκ της ζελατίνης του. Είναι (τεχνητό) αίμα αιμογκλομπίνης. Πίετε εξ'αυτού πάντες οι πιστοί της θρησκείας των κινούμενων ειδώλων εντός του ειδωλολατρικού ναού που λέγεται κινηματογραφική αίθουσα. Καμιά θρησκεία δεν είχε ποτέ τόσους πιστούς. Οι αδερφοί Λυμιέρ εφεύραν ένα δράκουλα που ζει στο σκοτάδι της κινηματογραφικής αίθουσας, έναν βαμπίρ που υπερίπταται των κεφαλών μας εν είδει φωτεινής δέσμης εκ της καμπίνης προβολής εκπορευομένης. Φως εκ φωτός. Θεόν αληθινόν εκ θεού αληθινού (ο Δημιουργός και ο δημιουργός ονομάζονται ομοίως) δοξάσομεν άπαντες οι ειδωλολάτρες. Ζήτω ο δράκουλας, ζήτω ο δρακουλικός κινηματογράφος, ζήτωσαν και οι στρατιές των βαμπίρ. Δράκουλα ζεις, εσύ μας οδηγείς (στους κινηματογράφους)!

Στο δρακουλικό love story του Κόπολα, όλα αρχίζουν με την πτώση του σταυρού από τον τρούλο μιας εκκλησίας, που είναι μάλλον η Αγιά Σοφιά. Τώρα οι δυνάμεις του κακού είναι ελεύθερες να σεργιανούν στον κόσμο. Οι Τούρκοι θα πάρουν την Πόλη και στη συνέχεια θα προχωρήσουν κατά Τρανσυλβάνια (Ρουμανία) μεριά, όπου ο Βλαντ ο Τουρκοφάγος θα τους δώσει να καταλάβουν. Όμως, οι παπάδες δεν λεν να αναγνωρίσουν τα χρέη τους σ' αυτό το ερωτευμένο παλικάρι, και αρνούνται να θάψουν τη γυναίκα του διότι αυτοκτόνησε, δηλαδή δεν επέτρεψε στο Θεό να τελέσει αυτός το δολοφονικό έργο. Η καημένη, αυτοκτόνησε διότι από ένα παραπειστικό μήνυμα πληροφορήθηκε πως ο αγαπημένος της σκοτώθηκε στη μάχη. Οι παπάδες, που αν δεν υπήρχε ο Βλαντ θα είχαν πάει ήδη στον παράδεισο από γιαταγάνι τούρκικο πριν καν αρχίσει η ταινία, δεν κάνουν σκόντο στο δόγμα και δεν θάβουν την αυτόχειρα. 

Γίνεσαι ''Τούρκος'' ή δεν γίνεσαι; Ο Βλαντ, ο κόμης Δράκουλας δηλαδή, προτίμησε να γίνει κάτι περισσότερο : βρικόλακας και βαμπίρ μαζί. Αλλά ποιανού το αίμα να πιει; Κανονικά, θα έπρεπε να πιει το αίμα των παπάδων που αρνήθηκαν τη χριστιανική ταφή στη γυναίκα του σωτήρα τους. Όμως, σαν καλός χριστιανός που ήταν, ένα δευτερόλεπτο πριν βρικολακιάσει, πίνει το αίμα του Χριστού, που τον τρυπάει με τη λόγχη. Αυτό ήταν. Πίετε εξ' αυτού πάντες, εντάξει, αλλά να πάτε στους παπάδες να σας το δώσουν. Αν το πάρετε και το πιείτε μόνοι σας, γίνεστε βρικόλακες. Και άντε να πεθάνετε μετά εντελώς. 

Ο Βλαντ, ο Ρουμάνος κόμης Ντράκουλ (Δράκουλας, αν προτιμάτε τα ελληνικά) θα μισοπεθάνει στο τέλος του 15ου αιώνα γινόμενος ένας βρικόλακας που έμειναν μέσα του κάποια ψήγματα ψυχής. Αρκετά ωστόσο για να τον κρατούν μισοζωντανό μέχρι να συναντήσει μια τόσο μεγάλη αγάπη, όσο κι εκείνη της γυναίκας του. Και τη βρίσκει μετά από τέσσερις ολόκληρους αιώνες βρικολακιάσματος στο Λονδίνο του τέλους του 19ου αιώνα. Γιατί στο Λονδίνο; Μα, διότι εκεί ζούσε ο Μπραμ Στόουκερ εκείνον τον καιρό της πρώτης παρουσίασης στο κοινό του κινηματογράφου Λυμιέρ, λίγο παρακάτω, στο Παρίσι. 

Στο Λονδίνο επίσης ζούσε και η Μίνα του μυθιστορήματος, προφανώς βρικολακική μεταμφίεση της γυναίκας του Στόκερ, που του την ''έφαγε'' ο Όσκαρ Ουάιλντ. Πρέπει να ήταν μεγάλη βαμπ αυτή η γυναίκα. Όμως, η Μίνα είναι ολόφτυστη η παλιά ρουμάνα αρχόντισσα, η μεγάλη αγάπη του Βλαντ. Πολύ φυσικό, λοιπόν, να την ερωτευτεί και να τον ερωτευτεί, άλλη μια φορά μέχρι θανάτου.

Στο φινάλε αυτής της, πέραν του χριστιανισμού και των ανίσχυρων πλέον συμβόλων του, σπαραχτικής ερωτικής ιστορίας (ο κλασικός φονικός του κακού σταυρός εδώ μένει ανενεργός) ο Δράκουλας βρικολακιάζει επιτέλους τη Μίνα μέσα σ'ένα τρομαχτικό ερωτικό σμίξιμο, και τη στιγμή του διακριτικότατου οργασμού αναλαμβάνονται και οι δυο εις ουρανούς. Και αφού ο μεγάλος έρωτας εξαγιάζει, το τελευταίο πλάνο της ταινίας είναι μια αντιστροφή του πρώτου: τη θέση τοθ πεσμένου απ'τον τρούλο σταυρού έρχεται και την παίρνει η εικόνα των δυο ερωτευμένων. Είναι πλέον Παντοκράτορες! Δια του έρωτος! Συγκλονιστικό εύρημα.

(Αντιγραφή από το ''Πέρα από τον κινηματογράφο'', τόμος Β', Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)

Συνέντευξη με το Βαγγέλη Μουρίκη, από τους Χριστίνα Καλογεροπούλου-Πάνο Λιάκο

Ο πιο σημαντικός ηθοποιός του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου είναι ο Βαγγέλης Μουρίκης. Από το »Βασιλιά» και τις ταινίες του Οικονομίδη »Μαχαιροβγάλτης» και το »Μικρό ψάρι» μέχρι την πρόσφατη εμφάνισή του στην ταινία του Γιάννη Βεσλεμέ »Νορβηγία». Πάντα μας εκπλήσσει και μας καθηλώνει.

Το φιλμ του Βεσλεμέ είναι η ιστορία ενός βρυκόλακα με το όνομα Ζανό τον οποίο και υποδύεται ο Μουρίκης. Ένας χαρακτήρας που όλο χορεύει -»Αν σταματήσω να χορεύω, θα σταματήσει και η καρδιά μου» παραδέχεται- και παράλληλα κινείται σαν μια μαριονέτα του κουκλοθεάτρου ανάμεσα στο πηγαίο χιούμορ και την υπαρξιακή τραγωδία. Εντελώς πειραματική η ταινία του Βεσλεμέ -όσοι περιμένετε να δείτε μια κλασική ταινία βρυκολάκων θα απογοητευτείτε σίγουρα- που διαδραματίζεται στη δεκαετία του ’80, μια δεκαετία ξέφρενη και με το ΠΑΣΟΚ στα ηνία της χώρας. Καλοδεχούμενη η αγάπη που δείχνει ο Βεσλεμές σε μουσικές και ταινίες από εκείνη τη δεκαετία (άλλωστε κάποιους αυτοσαρκαστικούς ρόλους κρατούν εδώ ο Μάρκος Λεζές και η Σόφη Ζανίνου).
Δώστε προσοχή : η ταινία θα παιχτεί τα Σάββατα 3,10,17 και 24 Ιανουαρίου αποκλειστικά στο Άστυ σε μεταμεσονύχτιες (γουστάρω!) προβολές.
Το κείμενο επιμελήθηκε ο Πάνος Λιάκος


Ασχολείσαι κυρίως με τον κινηματογράφο. Δεν θέλησες ποτέ να ασχοληθείς με την τηλεόραση και το θέατρο;

Ο κινηματογράφος με ενδιαφέρει σαν μέσο έκφρασης, σαν κόσμος και τρόπος κατασκευής. Το συναίσθημα που υπάρχει στα γυρίσματα κάτι μου δίνει. Έτυχε να βρίσκομαι ανακατεμένος με ταινίες αρκετά συχνά και έγινε από μόνο του. Δεν ξύπνησα ένα πρωί και είπα ‘’θα κάνω μόνο σινεμά’’. Κατά ένα τρόπο το οδηγείς κι εσύ αλλά σε οδηγεί και το ίδιο. Έχει μια ησυχία το σινεμά στην προπαραγωγή του και μια μεγάλη φασαρία και ένταση στην παραγωγή του. Και φυσικά χρειάζεται φαντασία σε διάφορους τομείς στο μεταπαραγωγικό στάδιο το οποίο ανήκει σε άλλους ανθρώπους που βάζουν τη δική τους φαντασία να δουλέψει και να βοηθήσει αυτό που έχεις κάνει εσύ.

Πως επιλέγεις τους ρόλους που θα παίξεις;

Όλα ξεκινάνε από το σενάριο -αν μιλάει για πράγματα που μπορεί να απασχολούνε εμένα ως Βαγγέλη. Αμέσως μετά είναι αυτός που θα σκηνοθετήσει. Το να καταλάβω ότι ο άνθρωπος που έχω μπροστά μου είναι κάποιος με τον οποίο μπορούμε να συνεννοηθούμε και να έχουμε μια κοινή πορεία. Γιατί κακά τα ψέματα, ο κινηματογράφος που κάνουμε εμείς εδώ στην Ελλάδα δεν είναι ένας κινηματογράφος του Χόλιγουντ, όπου θα σε φωνάξει ένας ‘’ατζέντης’’ να πας να παίξεις σε μια ταινία, να πάρεις τα λεφτά και τέλος. Υπάρχουν και σενάρια σαν αυτό της ‘’Νορβηγίας’’ που κινούνται σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο. Μιλά για έναν ήρωα που θέλει να χορεύει, έχει καταλάβει ότι άμα σταματήσει να χορεύει, θα πεθάνει –κάτι που έχει και ένα δεύτερο νόημα. Ξαφνικά λέει ‘’δεν σας χαρίζω τίποτα’’, ‘’υπάρχουν και άνθρωποι που χορεύουν και κάτω απ’τον τάφο’’.

Πως σου φάνηκε η συνεργασία με ένα πολύ νεώτερο σκηνοθέτη;

Τον Βεσλεμέ δεν τον ήξερα σαν άνθρωπο. Είναι ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης, μουσικός, κινηματογραφιστής, ασχολείται και με τα σκηνικά. Είμαι σίγουρος ότι μπορεί να συνεχίσει έτσι κι ακόμα καλύτερα. Αυτά με τα ‘’νεώτερος’’, ‘’συνομήλικος’’ δεν τα πιστεύω καθόλου. Πιστεύω σε ανθρώπους οι οποίοι είναι ενεργοί και ζωντανοί. Υπάρχουν 20άρηδες που έχουν πάρει ήδη σύνταξη και 80άρηδες οι οποίοι θα πάνε κλοτσώντας στον τάφο.

Πως ένιωσες που ο κόσμος αγκάλιασε αμέσως τη ‘’Νορβηγία’’;

Ήταν πολύ ευχάριστο πράγμα για μένα, από πολλές απόψεις. Ήταν ένα εγχείρημα το οποίο πιστεύαμε από την αρχή ότι θα αναγνωριζότα στο εξωτερικό (η ταινία έπαιξε στο επίσημο διαγωνιστικό στο περσινό φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι όπως και σε φεστιβάλ του φανταστικού στην Αμερική όπου προκάλεσε αίσθηση). Γράφτηκαν πράγματα που μας άφησαν με το στόμα ανοικτό. Έχω την εντύπωση ότι η ταινία αυτή σπάει τον πάγο μεταξύ οθόνης και κόσμου και γεμίζει το μεσοδιάστημα με συναίσθημα. Η ταινία είναι ειλικρινής με τον κόσμο από το πρώτο καρέ. Και αυτό είναι πιο σπουδαίο πράγμα από απλώς μια γεμάτη αίθουσα. Νομίζω ότι η επιτυχία της ‘’Νορβηγίας’’ είναι ότι βρήκε τον κόσμο της και ο κόσμος της βρήκε μια ταινία που είχε να του πει κάτι.

Ο Ζανό έχει μια πραγματική ελευθερία και εφηβικότητα σαν ήρωας, μακριά από ‘’κατασκευασμένους ήρωες’’ άλλων ταινιών και κινηματογραφιών.

Πολύ ευχάριστο αυτό που μου λέτε, το ακούω με ικανοποίηση να μου το λένε αυτό νέα παιδιά σαν εσάς διότι εγώ τη θεωρώ απελευθερωτική ταινία. Πάντως, ο Ζανό είναι απελευθερωτικός, χωρίς να είναι αλαζόνας. Δεν την ‘’πουλάει’’ την ελευθερία του αυτή, δεν τη διαλαλεί ούτε τη διδάσκει αλλά την έχει. Κι αυτή ήταν μια κατάσταση ενός κόσμου πιο παλιού στην Ελλάδα, τις δεκαετίες του ’60, ’70, ’80. Μετά προς το ’90 άρχισε να χάνεται.

Κάποιοι βλέπουν την ταινία σαν μια καλτ κωμωδία. Εσύ στη διάρκεια της προετοιμασίας πώς την είδες;

Εγώ δεν την είδα σαν κάτι. Αυτά είναι τρόποι να πλησιάσεις ένα έργο εκ των υστέρων. Όταν κάνεις κάτι, μπορεί να έχεις μια γενική κατεύθυνση αλλά αυτό δεν υπάρχει σαν παίξιμο. Στην ταινία υπάρχει ένας υπερρεαλισμός, ένας ρεαλισμός, ένα φανταστικό, υπάρχει μια πραγματικότητα, ένας ρομαντισμός, υπάρχουν όλα. Δοκιμάζαμε κάποια πράγματα στα γυρίσματα και ο Βεσλεμές κράτησε αυτά που τον ικανοποιούσαν για το τελικό του αποτέλεσμα.

Περισσότερο στην ταινία μας άρεσε η κινησιολογία σου. Σε κάποιες σκηνές αυτή η κίνηση μας θύμισε παλιά ελληνική κωμωδία. Ο Ζανό σαν ρόλος ήταν κάτι διαφορετικό από τις ερμηνείες σου σε ταινίες του Οικονομίδη.

Ήταν ένας πρωτόγνωρος ήρωας. Έπαιξα λίγο πιο μακριά από τους ήρωες του Γραμματικού και του Οικονομίδη αλλά είναι κι αλλιώτικη εποχή. Αυτή την εποχή μας ζητάν και κάτι άλλο. Έχω την εντύπωση ότι η ’’Νορβηγία’’ κάνει μια πρόταση για ένα άλλου είδους σινεμά. Δεν σημαίνει όμως ότι όλες οι ταινίες πρέπει να γίνονται με αυτό τον τρόπο, να έχουν τον ίδιο χαρακτήρα. Αλλά γιατί να μην το δοκιμάσουμε κι αυτό; Είναι απελευθερωτικό και για τον ηθοποιό και για τον ίδιο το θεατή, φυσικά. Αν με ρώταγες πώς θα έκανα την ταινία θα σου έλεγα ότι αν με άφηνε ο σκηνοθέτης θα την έκανα γης μαδιάμ. Κάτι ακόμα πιο απελευθερωτικό.

Έχεις σκεφτεί το ενδεχόμενο κάποιου sequel;

Πραγματικά, αυτό δεν ξέρω εάν θα γίνει. Εγώ θα ήμουν χαρούμενος άμα έκανα κάτι τέτοιο. Όμως ούτε θα πρέπει να σε παρασύρει κι η επιτυχία μιας ταινίας και να το δένεις σκοινί-κορδόνι. Το κάθε πράγμα αξίζει γι’ αυτό που είναι. Υπάρχει πάντα η πιθανότητα να έρθεις με κάτι συμπληρωματικό σε αυτό και να τα διαλύσεις όλα. Εγώ είμαι φουλ διατεθειμένος και το ‘’βλέπω’’ από τώρα πώς θα μπορούσε αυτό το πράγμα να γίνει.

Η ταινία μιλά για το παρελθόν, όμως γιατί οι άνθρωποι ανατρέχουν τόσο συχνά στο παρελθόν;

Ο,τι κι αν πω πάνω σ’αυτό θα ακουστεί μπανάλ. Από το γεγονός και μόνο ότι πιθανώς το τώρα να μη σου δίνει χοντρές ενέσεις για να πεις κάτι μέχρι το ότι έχει ξενερώσει το πράγμα και ψάχνεις να βρεις τη φαντασία σου στα προηγούμενα, μέχρι ότι πατάς εκεί για να πας παρακάτω ή ότι το τότε ήταν όμορφο και το τώρα άσχημο. Αυτό μας αφορά όλους. Όλοι ανατρέχουν, εξιδανικεύουν τα γεγονότα. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να δούμε το ‘’τώρα’’ στο βάθος του μύθου. Λείπει το πολύ ‘’παραμύθι’’ από το τώρα οπότε κάπου πρέπει να το βρεις. Θα το βρεις πολύ μπροστά ή πολύ πίσω. Νομίζω ότι το παρελθόν είναι μια βαλίτσα που είναι γεμάτη πράγματα που μπορούν να σε εκπλήξουν-παρότι ξέρεις ακριβώς τι είναι εκεί μέσα.

Για το Γιάννη Οικονομίδη

Ο Γ.Οικονομίδης συχνά ζητάει από τους ηθοποιούς να βρουν το χαρακτήρα που πρόκειται να ενσαρκώσουν μέσα τους. Πολλοί ηθοποιοί έχουν οδηγηθεί σε σκοτεινά μονοπάτια του εαυτού τους. Εσύ έχεις τρομάξει όταν σου ζήτησε να βρεις μέσα σου το Στράτο για το ‘’Μικρό ψάρι’’;

Δεν ξέρω αν έχω τρομάξει αλλά όντως με πήγε ένα ταξίδι βαθύ. Και αυτό ισχύει και για τους τρεις ρόλους που έχω κάνει στον Οικονομίδη -ο καθένας διαφορετικά και από την πλευρά του φυσικά. Αλλά σε κάποια στιγμή μπορεί να ξεφύγεις, θα περάσεις από πολύ σκοτεινούς δρόμους, όντως. Είναι ο τρόπος που ο Οικονομίδης θέλει να κάνει τις ταινίες του. Δεν τον απασχολεί τόσο ο ρεαλισμός, όσο η φυσικότητα των πραγμάτων. Δηλαδή, ο ήρωας τον οποίο παίζεις υπάρχει κάπου εκεί έξω ή τουλάχιστον κάπου στο πανί. Γιατί, αν δεν υπάρχει έχεις θέμα με το Γιάννη. Δεν μπορείς να πεις ‘’θα πάω στο γύρισμα και θα το βρω’’.

Για τις ταινίες μικρού μήκους: ‘’Κάθε ηθοποιός, όσο ‘’μεγάλος’’ κι αν είναι, πρέπει να δουλέψει σε κάποια ταινία μικρού μήκους. Γιατί είναι ένας άλλος κόσμος, στον οποίο δουλεύουν νέοι άνθρωποι οι οποίοι προσπαθούν έχοντας τα δικά τους όνειρα.’’

H συνέντευξη δόθηκε στους Χριστίνα Καλογεροπούλου και Πάνο Λιάκο και πρωτοδημοσιεύτηκε στο flust.gr



Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget