Καλωσορίσατε στην Kritiki GR! Ακόμα δεν έχετε αποφασίσει τι να δείτε στον κινηματογράφο ή το σαββατοκύριακο στην τηλεόραση; Εδώ θα βρείτε τα πάντα για τις ταινίες που ψάχνετε.






The man who knew too much (Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά-1956)

(Από τον Πάνο Λιάκο)

Πριν καιρό είχα ασχοληθεί με την ταινία ''Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά'' που γύρισε το 1934 ο Άλφρεντ Χίτσκοκ. Μια ταινία που όπως καταλαβαίνετε ανήκει ξεκάθαρα στην αγγλική περίοδό του. Αυτή τη φορά ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε με το αμερικάνικο ριμέικ που γύρισε ο ίδιος ο Χίτσκοκ αρκετά χρόνια αργότερα-το 1956 για την ακρίβεια-και μάλιστα με ακόμη μεγαλύτερη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία από την πρώτη ταινία.

Η υπόθεση της ταινίας βασίζεται και πάλι σε ένα αυθεντικό περιστατικό που έλαβε χώρα στο Λονδίνο. Την αρχική ιστορία επιμελήθηκαν οι Ντ.Μπ.Γουίνχαμ Λούις και Τσαρλς Μπένετ που ανέλαβαν να μετατρέψουν σε κινηματογραφικό σενάριο οι Τζον Μάικλ Χέιζ και Άνγκους Μακ Φέιλ. Στο συγκεκριμένο σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι οι δύο ταινίες του Χίτσκοκ διαφέρουν αισθητά μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τους πρωταγωνιστές αλλά και τα μέρη που λαμβάνουν χώρα όσο και τα κινηματογραφικά τεχνάσματα.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια οικογένεια Αμερικανών που βρίσκονται στο Μαρόκο για διακοπές. Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, των διακοπών ο πατέρας της οικογένειας γίνεται μάρτυρας μιας δολοφονίας σε ένα υπαίθριο παζάρι. Λίγο προτού το θύμα πεθάνει θα του εκμυστηρευτεί ένα υψίστης πολιτικής σημασίας μυστικό εξαιτίας του οποίου ο ανήλικος γιος του ζευγαριού θα απαχθεί στο Λονδίνο.

Ο μετρ του σασπένς συνεργάζεται εδώ με το Τζέιμς Στιούαρτ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο οποίος σαφώς και δεν φαίνεται να διαθέτει τη δυναμική που θα επιδείξει μερικά χρόνια αργότερα στον εμβληματικό ''Δεσμώτη του ιλίγγου'' ή που ήδη είχε επιδείξει στον αριστουργηματικό ''Σιωπηλό μάρτυρα''. Δίπλα του βλέπουμε τη Ντόρις Ντέι, με την οποία δεν μπορούμε να πούμε ότι δημιουργούν και ένα από τα πιο ταιριαστά ζευγάρια στη φιλμογραφία του Χίτσκοκ. Για την ακρίβεια, η Ντόρις Ντέι αναφέρει ότι δεν πέρασε καλά στα γυρίσματα της ταινίας και αυτό γιατί πίστευε ότι ο σκηνοθέτης ενδιαφέρονταν περισσότερο για το στήσιμο της κάμερας και τα πλάνα στους χώρους των γυρισμάτων παρά για την ερμηνεία της. Βέβαια, η συγκεκριμένη ταινία χάρισε στη Ντόρις Ντέι την αιωνιότητα. Ποιος δεν θυμάται (και ποιος δεν ακούει από τα παιδικά του χρόνια;) το κλασικό πλέον τραγούδι ''What will be will be/Que sera, sera'' που συνέθεσαν οι Τζέι Λίβινγκστον και Ρέι Έβανς και που απέσπασε το αντίστοιχο Όσκαρ εκείνη τη χρονιά; Αρχικά η Ντόρις Ντέι αρνήθηκε να ηχογραφήσει το συγκεκριμένο τραγούδι και το χαρακτήρισε ''παιδικό τραγουδάκι που θα ξεχαστεί αμέσως''. Ο χρόνος την διέψευσε.

Όπως θα έχει καταλάβει κανείς βλέποντας την ταινία, σίγουρα δεν αποτελεί μεγαλειώδη στιγμή στο έργο του Χίτσκοκ. Παρόλα αυτά δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει τη μεταστροφή των ηρώων μετά την περιπέτεια που περνούν με την αρπαγή του παιδιού τους. Ενώ αρχικά παρατηρεί κανείς μια ρουτίνα στην καθημερινή ζωή και τις σχέσεις τους, μια κακώς εννοούμενη τυπικότητα, τα πάντα στο δεύτερο μέρος της ταινίας ανατρέπονται. Οι καλοβαλμένοι ήρωες πρέπει τώρα να ενωθούν πραγματικά σαν αντρόγυνο και να εντοπίσουν το γιο τους, τους μυστηριώδεις απαγωγείς και να αποτρέψουν μια δολοφονία σημαντικού πολιτικού προσώπου. Η δράση της ταινίας επιβεβαιώνει ότι το αντρόγυνο δένεται περισσότερο μετά το ατυχές συμβάν και την τελική (ευτυχή) κορύφωσή του.

Πέρα από τις όποιες αδυναμίες της, στη συγκεκριμένη ταινία συναντάμε και πολλές σκηνοθετικές αρετές. Μπορεί κανείς να εντοπίσει τουλάχιστον δύο σεκάνς ανθολογίας. Να σημειωθεί ότι και τις δύο τις συναντάμε στο τελευταίο μισάωρο της ταινίας. Υπάρχει αρχικά η περίφημη σκηνή της απόπειρας δολοφονίας στο Άλμπερτ Χολ όπου διαρκεί 12 λεπτά. Το αξιοθαύμαστο ωστόσο της όλης υπόθεσης είναι ότι κατά τη διάρκεια των 124 αυτών πλανών δεν ακούγεται ούτε μία λέξη αλλά ο Χίτσκοκ κορυφώνει την αγωνία τόσο όσο σε καμία άλλη σκηνή της ταινίας του με τη μουσικότητα της ατμόσφαιρας. Αν προσέξει κανείς καλύτερα το διευθυντή ορχήστρας στη σκηνή του Άλμπερτ Χολ, αυτός δεν είναι άλλος από το μόνιμο μουσικό συνεργάτη του Χίτσκοκ, το Μπέρναρντ Χέρμαν του οποίου το όνομα δεν αναγράφεται σαφώς στους τίτλους αρχής αλλά υπάρχει σε αφίσα που φαίνεται όταν στη σκηνή η Ντόρις Ντέι κατεβαίνει από ένα ταξί έξω από το θέατρο. H δεύτερη σπουδαία σκηνή του φιλμ είναι και η τελική. Η Ντόρις Ντέι μαθαίνει τελικά που βρίσκεται ο γιος τους και τραγουδάει σε εκείνο το μέρος live το αγαπημένο του ''Que sera, sera'' για να τον εντοπίσει με την σημαντική βοήθεια του συζύγου της. Με εναλλαγή αρκετών πλάνων το σασπένς κορυφώνεται στα τελευταία και σημαντικότερα δύο λεπτά της ταινίας.

Κλασικός Χίτσκοκ που παρά τις μικρές αδυναμίες του, δεν απογοητεύει. Σάμπως πότε μας απογοήτευσε ο Χίτσκοκ;



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget