Καλωσορίσατε στην Kritiki GR! Ακόμα δεν έχετε αποφασίσει τι να δείτε στον κινηματογράφο ή το σαββατοκύριακο στην τηλεόραση; Εδώ θα βρείτε τα πάντα για τις ταινίες που ψάχνετε.






Only god forgives (Μόνο ο θεός συγχωρεί-2013)

(Από τον Πάνο Λιάκο)

Ναι, πρόκειται για την καινούρια ταινία του Νίκολας Γουίντιγκ Ρεφν, του ανθρώπου που μερικά χρόνια πριν μας ταρακούνησε με την πρωτοτυπία της ταινίας του ''Drive''. Όπως και στο ''Drive'' έτσι και στο ''Μόνο ο Θεός συγχωρεί'' πρωταγωνιστής είναι ο Ράιαν Γκόσλινγκ, ένας ηθοποιός που όχι μόνο λατρεύουν τα κορίτσια για την εντυπωσιακή του εμφάνιση αλλά πλέον και για τις υποκριτικές του ικανότητες. Κι αν μας άφησε παγερά αδιάφορους η ερμηνεία του στο περσινό ''Gangster Squad'' τότε σίγουρα μας εντυπωσίασε στο προαναφερθέν ''Drive'' και μας καθηλώνει με το στυλ του και στο  ''Only god forgives'' που συνεχίζει όμως στην ίδια σκηνοθετική φόρμα.

Ο Γκόσλινγκ υποδύεται τον Τζούλιαν, έναν έμπορο ναρκωτικών που δραστηριοποιείται στον υπόκοσμο της Μπανγκόκ και ο οποίος βλέπει τη ζωή του να καταρρέει μετά το θάνατο του αδελφού του. Παράλληλα, υφίσταται ασφυκτική πίεση από τη μητέρα του (πανέμορφη και ερμηνευτικά άψογη εδώ η Κρίστιν Σκοτ Τόμας)  να ψάξει και να σκοτώσει το φονιά του αδελφού του.

Το ''Only god forgives'' δεν είναι μια κακή ταινία, όπως πολλοί Αμερικανοί αλλά και άλλοι κριτικοί υποστηρίζουν. Μάλιστα, το κοινό στο περσινό φεστιβάλ των Κανών την αποδοκίμασε. Το θετικό είναι ότι ο Ρεφν μέσα από τα slow motion και κάποιες παύσεις προσπαθεί να χτίσει μια ατμόσφαιρα αντίστοιχη με εκείνη του ''Drive''. Ένα βίαιο φιλμ, δηλαδή, με ατμόσφαιρα νουάρ και τους χαμηλούς φωτισμούς και συνάμα κάποια εντυπωσιακά ντεκόρ να παίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Με αυτό τον τρόπο ο σκηνοθέτης έχει την ευκαιρία αντί να ακολουθήσει μια συνηθισμένη αφήγηση να ξεδιπλώσει την ιστορία του αργά και τελετουργικά. Κάποιοι βέβαια πιστεύουν πως κάτω από την στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία δεν υπάρχει καθόλου ψυχή. Βλέπουν έναν σκηνοθέτη που έχει χάσει το στόχο του, φαίνεται να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και δεν αφήνει καθόλου χώρο για το χιούμορ. Παρόλα αυτά δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για το μέσο του κινηματογράφου και την καλτ ατμόσφαιρα που προσπαθεί να αναβιώσει, δίχως όμως επιτυχία λόγω του αργού ρυθμού του(οι έξυπνοι σκηνοθέτες καμιά φορά στήνουν μόνοι τους τις παγίδες τους). Αξίζει να αναφέρουμε ότι στους τίτλους τέλους της ταινίας επισημαίνεται ότι αυτή αφιερώνεται στον δημοφιλή σκηνοθέτη underground ταινιών (όπως το περίφημο ''Santa Sangre'') Αλεχάντρο Γιοντορόφκσι.

Τελικά κρύβει ή δεν κρύβει τη δική της ιδιαίτερη αλήθεια αυτή η ταινία; Σας είπα. Πολλοί (πραγματικά περισσότεροι από όσοι θα περίμενε κανείς) ισχυρίζονται πως ο Νίκολας Ρεφν χρησιμοποιεί αυτά τα εντυπωσιακά σκηνοθετικά τρικ, ένα όμορφο soundtrack και διεύθυνση φωτογραφίας για να καλύψει τα κενά της πλοκής και την αδυναμία του να φτιάξει μια πραγματικά ενδιαφέρουσα φιλοσοφικά ταινία. Παρακολουθώντας το φιλμ μου δόθηκε η εντύπωση ότι ο Ρεφν προσπάθησε πραγματικά να δημιουργήσει μια ιδιότροπη ιστορία με πολύπλοκους, σχεδόν αλλόκοτους χαρακτήρες και ερμηνείες από τις οποίες απουσιάζουν οι συναισθηματικές εξάρσεις ενώ μέσα στους ηθοποιούς πάντα υποβόσκει μια ένταση που ο σκηνοθέτης είτε δεν θέλει είτε δεν μπορεί να μεταφέρει στο κοινό. Μάλλον δεν θέλει να μας κάνει τη χάρη να αγγίξει τις συναισθηματικές χορδές μας. Προτιμά να μας ξαφνιάζει με κάποια βίαια ξεσπάσματα. Ακόμη, υπάρχει σχεδόν απουσία διαλόγου. Πράγματι, στην ταινία ο πρωταγωνιστής Ράιαν Γκόσλινγκ δεν ξεστομίζει παρά ελάχιστες αράδες εν αντιθέσει με το χαρακτήρα της Κρίστιν Σκοτ Τόμας μέσω του οποίου μαθαίνουμε αρκετά πράγματα για το παρελθόν των ηρώων.

 Φαίνεται ότι παιδεύτηκε αρκετά ο Ρεφν να φτιάξει αυτή την ταινία. Αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει κυρίως για τις τύψεις, την εκδίκηση και τη συγχώρεση και το κατά πόσο οδηγούν στη λύτρωση, τη μοναξιά (την οποία με στυλ και κάποιες σκηνές φαντασίωσης υπογραμμίζει) αλλά και τον εσωτερικό θάνατο. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας, η μητέρα Σκοτ Τόμας ρωτά το γιο Ράιαν Γκόσλινγκ πώς σκότωσε το φονιά του αδερφού του και εκείνος απαντά ότι τον άφησε να φύγει. Το να αφήσεις κάποιον με τις τύψεις ενός εγκλήματος να τον καταδιώκουν για όλη του τη ζωή είναι ασφαλώς πιο φρικτό από το να τον σκοτώσεις, να του κόψεις μάτια και αυτιά (ναι, γίνεται και αυτό σε μια βίαιη σκηνή του φιλμ). Ακόμη, ο σκηνοθέτης, εμπνέεται από τους κώδικες τιμής των παρανόμων, τους σαμουράι, ακόμα και την αρχαία τραγωδία (βλ. οιδιπόδεια συμπλέγματα, φόνοι μέσα στην οικογένεια). Δεν το κάνει με το όραμα ενός Παρκ Τσαν Γουκ, ούτε με το μεγαλείο ενός Γουόνγκ Καρ Γουάι αλλά ωστόσο το αποτέλεσμα είναι κάτι το διαφορετικό ακόμα και από το μέσο όρο των arthouse ταινιών και ίσως και για αυτό να σοκάρει αρκετούς.

Τολμώ βέβαια να πω ότι αυτή η ταινία του Γουίντιγκ Ρεφν φαντάζει σαν μια από εκείνες τις γυναίκες (ή άντρες αντίστοιχα αν είστε γυναίκα αναγνώστρια) που σε εντυπωσιάζουν με την εξωτερική ομορφιά τους αλλά μετά από μερικές συναντήσεις μαζί τους αντιλαμβάνεσαι ότι δεν έχουν να σου προσφέρουν κάτι ουσιαστικό σε συναισθηματικό ή νοητικό επίπεδο. Δεν πειράζει, όμως, έχουν κι αυτές/αυτοί τη δική τους ξεχωριστή γοητεία.Αυτή τη γοητεία του στυλ που τη χρειαζόμαστε πού και πού και στο σινεμά.



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget