Καλωσορίσατε στην Kritiki GR! Ακόμα δεν έχετε αποφασίσει τι να δείτε στον κινηματογράφο ή το σαββατοκύριακο στην τηλεόραση; Εδώ θα βρείτε τα πάντα για τις ταινίες που ψάχνετε.






Profondo rosso (Βαθύ κόκκινο-1975)

(Από τον Πάνο Λιάκο)

Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα από τα πιο σημαντικά θρίλερ στην ιστορία του σινεμά, το διάσημο ''Βαθύ κόκκινο'' του Ιταλού εξπέρ Ντάριο Αρτζέντο. Ο ίδιος ουκ ολίγες φορές έχει διατυπώσει την άποψη ότι αποτελεί την πιο αγαπημένη ταινία της φιλμογραφίας του. Το φιλμ αυτό γυρίζεται το 1975 και σηματοδοτεί την επιστροφή του σκηνοθέτη στο είδος του giallo (ταινίες αγωνίας με αρκετό σπλάτερ) μετά από ένα διάλειμμα που κάνει για να σκηνοθετήσει την κωμωδία-γουέστερν ''Πέντε μέρες στο Μιλάνο'', η οποία δεν βρήκε ποτέ το δρόμο της για τις αίθουσες της Αμερικής. Ωστόσο ο ίδιος είχε ασχοληθεί ξανά με το είδος του γουέστερν συνυπογράφοντας μαζί με τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι το σενάριο για το ''Κάποτε στη Δύση'' του Λεόνε. Πριν από το ''Πέντε μέρες στο Μιλάνο'', ο Αρτζέντο είχε μόλις ολοκληρώσει την περίφημη τριλογία του, την ''τριλογία των ζώων'', που αποτελούνταν από τις giallo ταινίες ''Το πουλί με τα κρυστάλλινα φτερά'' (1970), ''Η γάτα με τις εννιά ουρές'' (1971) και τις ''Τέσσερις μύγες πάνω σε γκρίζο βελούδο'' (1972).

Μια παραψυχολόγος με την ικανότητα να διαβάζει τις σκέψεις των δολοφόνων βρίσκεται νεκρή. Ολόκληρη η ιστορία της ταινίας περιστρέφεται γύρω από έναν γείτονά της που ερήμην του θα γίνει μάρτυρας της δολοφονίας της και μιας δημοσιογράφου με την οποία ο πρώτος προσπαθεί να λύσει το μυστήριο πίσω από την αποτρόπαια δολοφονία. Στο ρόλο του καλλιτέχνη, αυτόπτη μάρτυρα γείτονα συναντάμε τον Ντέιβιντ Χέμινγκς, ο οποίος έχει ερμηνεύσει έναν παρόμοιο ρόλο στην ταινία του Αντονιόνι, ''Μπλόου Απ''. Εκφραστικός και συνάμα μετρημένος, μοιάζει να κατευθύνεται προσεκτικά από τον μαέστρο στο είδος Ντάριο Αρτζέντο. Το ρόλο της δημοσιογράφου αναλαμβάνει η όμορφη όσο και στυλάτη Ντάρια Νικολούντι που συνεργάστηκε επί σειρά ετών με το διάσημο σκηνοθέτη τόσο στη συγγραφή του σεναρίου μιας άλλης σπουδαίας ταινίας του, τη ''Σουσπίρια'' αλλά πρωταγωνίστησε και σε άλλες τέσσερις δημιουργίες του (''Inferno'', ''Opera'', ''Tenebrae'', ''Φαινόμενα'').

Γιατί αποτελεί κατά πολλούς την κορυφαία στιγμή στην καριέρα του σκηνοθέτη η ταινία αυτή; Μα φυσικά διότι ο Ντάριο Αρτζέντο δεν διστάζει να πειραματιστεί με το είδος του giallo χτίζοντας αριστοτεχνικά μερικά από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές αγωνίας αλλά και σκηνές βουτηγμένες στο αίμα που κόβουν την ανάσα. Αρκετές οι διαφορετικές γωνίες λήψεις, άψογος ο τρόπος που κλιμακώνεται η αγωνία κατά τη διάρκεια της ταινίας αλλά και η χιτσκοκική screwball χημεία που υπάρχει ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές (μια εκδοχή αφίσας της ταινίας κλείνει παιχνιδιάρικα το μάτι στο ''Vertigo'' του Χίτσκοκ!), αρκετές επίσης και οι σκηνές ανθολογίας (όπως για παράδειγμα η σκηνή με τον πνιγμό στη μπανιέρα με το ζεστό νερό αλλά και η τελευταία σεκάνς). Κατά τη διάρκεια της ταινίας αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Αρτζέντο έχει την ικανότητα να μετατρέπει ένα καθαρά αστυνομικό θρίλερ σε μια ταινία που διαθέτει υψηλά αισθητικά μέσα. Πέρα από το εξαίσιο χτίσιμο ατμόσφαιρας, το χρώμα του αίματος και τη διεύθυνση φωτογραφίας, σπουδαία εικαστική αξία διαθέτει η ανασκευή που κάνει ο σκηνοθέτης στο διάσημο πίνακα του Έντουαρντ Χόπερ με το χαρακτηριστικό μπαρ, το οποίο τώρα αποτελεί ένα υπέροχο ντεκόρ της ταινίας. Το φιλμ βέβαια δεν θα μπορούσε να είναι το ίδιο ατμοσφαιρικό δίχως την μουσική που έγραψαν για αυτή τα μέλη του συγκροτήματος Γκόμπλιν. Ένα μουσικό θέμα που έχει εμπνεύσει και άλλα αντίστοιχα ταινιών του είδους και μάλιστα αποτελεί το πρώτο μουσικό θέμα σε ταινία τρόμου που είναι ροκ.

Το ''Profondo rosso'' σαφώς και δεν είναι ένα επιφανειακό θρίλερ σαν τα περισσότερα της δεκαετίας του '70. Και πως θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο όταν στο σενάριο συνεργάζονται οι Ντάριο Αρτζέντο και Σαλβαντόρε Ζαπόνι. Ο δεύτερος, ο οποίος υπήρξε σεναριογράφος ακόμα και του ύψιστου Φεντερίκο Φελίνι, μαζί με τον Αρτζέντο υπογράφει ένα πανέξυπνο θρίλερ με πολλά ευρήματα και μια διαφορετική ματιά (για την εποχή τουλάχιστον) πάνω στην έννοια του θρίλερ αλλά και του τρόμου. Ο Ζαπόνι σε συνέντευξή του έχει δηλώσει ότι με το ''Βαθύ κόκκινο'' ήθελε ο τρόμος να είναι πραγματικά πολύ κοντά, οικείος στο θεατή. Για αυτό το λόγο οι δυο σεναριογράφοι αντί να προτιμήσουν μια ιστορία γεμάτη στα κλισέ και την ανταλλαγή πυροβολισμών βάζουν τους ήρωες τους να πεθαίνουν για παράδειγμα από πνιγμό μέσα σε μια μπανιέρα με καυτό νερό (ποιος δεν έχει καεί με καυτό νερό στο μπάνιο;) ή από συνεχή χτυπήματα σε γωνίες (όλοι μας δεν χτυπάμε σε αυτές τις αναθεματισμένες γωνίες επίπλων και τοίχων στο σπίτι μας;) ή να τρομάζουν από κούκλες που έχουν τη μορφή βρέφους (μπρρρ). Ακόμη, εάν κανείς δώσει προσοχή στους διαλόγους θα παρατηρήσει ότι μέσα από αυτούς εκφράζονται και κάποιες ενδιαφέρουσες απόψεις των δύο σεναριογράφων σχετικά με την τέχνη, τις σχέσεις των δύο φύλων αλλά και την ψυχολογία (ειδικά ως προς τα κίνητρα και το προφίλ των ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων και το διαφορετικό τρόπο που αντιδρούν στα εξωτερικά ερεθίσματα).

Γιατί να δει κανείς το ''Βαθύ κόκκινο'' τόσα χρόνια μετά; Μα, φυσικά, γιατί η αισθητική που προτείνει ο Αρτζέντο είναι πολύ μπροστά από την εποχή της (πολλές ταινίες επηρεάστηκαν από αυτό το αριστούργημα του Αρτζέντο) και παραμένει μια ταινία τρόμου που γοητεύει με το στυλ της και καθηλώνει με το σασπένς και την εξέλιξη της πλοκής της.




0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget